Μια κριτική για την εδαφική δικαιοδοσία των δικαστηρίων στην Ινδία –

5
Μια κριτική για την εδαφική δικαιοδοσία των δικαστηρίων στην Ινδία –

Η ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ «ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ: ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ένα από τα πιο ζωτικά ζητήματα που αντιμετωπίζει ουσιαστικά ένας νομικός επαγγελματίας, δηλαδή σε σχέση με οποιαδήποτε συγκεκριμένη διαφορά ή που έχει προκύψει από νομική σχέση μεταξύ των αντίστοιχων μερών, λαμβάνει στη συνέχεια υπόψη το φόρουμ που έχει/θα/ έχουν την εδαφική αρμοδιότητα να επιλύσουν μια τέτοια διαφορά.

Θα ήταν επιτακτική ανάγκη να ληφθεί υπόψη η έννοια της δικαιοδοσίας, η οποία είναι ένα συνονθύλευμα δύο όρων, όπως π.χ. juris (που σημαίνει «νόμος») και λεξικό (που σημαίνει «μιλώ»), το οποίο μπορεί να μεταφραστεί ως υπόθεση του κατάλληλου φόρουμ που έχει τη δυνατότητα να «μιλήσει το νόμο». Ομοίως, το Black Law’s Dictionary έχει ορίσει τον προαναφερθέντα όρο ως «εξουσία ενός δικαστηρίου να αποφασίζει μια υπόθεση ή να εκδώσει ένα διάταγμα». Συνολικά, η μόνη λογική πίσω από την εισαγωγή μιας τέτοιας έννοιας είναι ότι κάθε δικαστήριο έχει την ελευθερία να εκδικάζει και να δικάζει εκείνα τα θέματα που τείνουν να εμπίπτουν στα χρηματικά ή εδαφικά όρια της σχετικής δικαιοδοσίας. Η καθαρή προέλευση της δικαιοδοσίας μπορεί να υποστηριχθεί ότι αντλεί την ουσία της από το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, το Συνταγματικό δίκαιο, τη σύγκρουση νόμων και τις εξουσίες που ορίζονται στη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία της κυβέρνησης για την κατανομή πόρων για την επαρκή εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινωνίας. .

ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ

Θα ήταν σκόπιμο να ληφθεί υπόψη Άρθρο 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 1908 το οποίο υποστηρίζει ότι ο ενάγων έχει την πλήρη ελευθερία και ελευθερία να καταθέσει αγωγή σε ένα συγκεκριμένο δικαστήριο που βρίσκεται εντός των τοπικών ορίων του αντιπάλου κατά του οποίου οικειοθελώς εγείρεται τέτοια αξίωση, όπου ο τελευταίος απασχολείται ή μαρτυρείται για να συνεχίσει /της επιχείρησής της.

Περαιτέρω, η προαναφερθείσα διάταξη ορίζει επίσης ότι η αγωγή μπορεί να ασκηθεί και στο δικαστήριο εντός των κατά τόπους ορίων του ανακόπτοντος, όπου μαρτυρείται ότι προκύπτει μέρος ή το σύνολο της αιτίας της αγωγής. Εφόσον τεθεί υπό την αντίληψη κάποιου, η αιτία της αγωγής θεωρείται γενικά ότι είναι πραγματικά περιστατικά στο πλαίσιο της αγωγής, αξίωσης ή αξιώσεων που προβάλλει ο ενάγων και επίσης δίνει στον εν λόγω διάδικο την ευκαιρία να ασκήσει νομική αγωγή κατά του είπε πρόσωπο. Επιπλέον, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας του 1908 έχει επίσης εξασφαλίσει ότι σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν περισσότεροι από ένας κατηγορούμενοι, η εν λόγω αγωγή μπορεί να ασκηθεί σε ένα συγκεκριμένο δικαστήριο στη δικαιοδοσία του οποίου ο (οι) κατηγορούμενος (οι) ασκούν επιχείρηση ή κατοικία.

Έχοντας αναφερθεί το ίδιο, θα ήταν επίσης σκόπιμο να σημειωθεί ότι σε περιπτώσεις όπου το ακίνητο μαρτυρείται ότι βρίσκεται στη δικαιοδοσία περισσότερων του ενός δικαστηρίων, σε μια τέτοια περίπτωση, ο ενάγων έχει την ελευθερία να καταθέσει την εν λόγω αγωγή είτε των δικαστηρίων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των διαδίκων.

Σε περίπτωση που ABC Laminart Private Limited εναντίον AP Agencies Salem, το Ανώτατο Δικαστήριο υποστήριξε ότι η αιτία της αγωγής μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε κάθε γεγονός, το οποίο αν αντιστραφεί θα καθιστούσε υποχρεωτικό για τον ενάγοντα να αποδείξει το δικαίωμά του σε σχέση με την απόφαση που εκδίδεται από το δικαστήριο.

ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ

Άρθρο 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 1973 διαδραματίζει υποδειγματικό ρόλο διασφαλίζοντας ότι κάθε αδίκημα που διαπράττεται εντός της ινδικής δικαιοδοσίας θα δικάζεται και θα εξετάζεται κανονικά ενώπιον του Δικαστηρίου αφού ληφθούν υπόψη τα τοπικά όρια του αδικήματος που έχει διαπραχθεί. Αυτό που καθιστά τη διάταξη αυτή ακόμη πιο μοναδική είναι ότι ο νόμος αυτός ορίζει επίσης ότι σε περιπτώσεις όπου το αδίκημα μαρτυρείται ότι αποτελείται από πολλές πράξεις, που έχουν διαπραχθεί σε διάφορες τοπικές περιοχές, υπό τέτοιες συνθήκες, η υπόθεση θα εκδικαστεί και θα ερευνηθεί ενώπιον συγκεκριμένο Δικαστήριο που αποδεικνύεται ότι έχει δικαιοδοσία σε τέτοιες τοπικές περιοχές.

Θα θεωρούσε επίσης απαραίτητο να σημειώσει κανείς Άρθρο 188 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 1973 που παρέχει την εξουσία και τη δικαιοδοσία στα ινδικά ποινικά δικαστήρια, όπου εάν το αδίκημα απεικονίζεται ότι διαπράχθηκε εκτός Ινδίας από μη υπήκοο ή Ινδό Πολίτη, που διαπράχθηκε σε αεροσκάφη ή σε πλοία που έχουν νηολογηθεί στην Ινδία, τότε ο κατηγορούμενος θα είναι αντιμετωπίζεται σε σχέση με το εν λόγω αδίκημα, σαν να ήταν στην πραγματικότητα το εν λόγω αδίκημα, που διαπράχθηκε εντός δικαιοδοσίας που εμπίπτει στην Ινδία, υπό την προϋπόθεση ότι έχει επιβληθεί κύρωση από την Κεντρική Κυβέρνηση. Με απλούστερα λόγια, ενώ η αστυνομία όντως γνωρίζει το σχετικό αδίκημα εντός της Ινδίας, η δίκη δεν θα προχωρήσει σε καμία περίπτωση χωρίς την προηγούμενη κύρωση που έχει αποκτηθεί από την Κεντρική Κυβέρνηση, όπως έχει διατυπωθεί στην προαναφερθείσα διάταξη.

Θα ήταν σημαντικό να σημειωθεί η περίπτωση του reg γ. Μπενίτο Λόπεζ, όπου το ζήτημα που αφορά τη δικαιοδοσία τέθηκε υπόψη σε σχέση με αδικήματα που διαπράττονται στην ανοιχτή θάλασσα από αλλοδαπούς ή όσους ταξιδεύουν σε πλοία που μεταφέρονται στην Αγγλία. Αυτή η απόφαση οδήγησε στην επισήμανση πολλών αρχών του Διεθνούς Δικαίου, στις οποίες υποστηρίχθηκε ότι ένα άτομο, ανεξάρτητα από τον τόπο όπου διαπράχθηκε το έγκλημα, μπορεί να τιμωρηθεί για τα αδικήματα του.

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΣΕ ΠΛΑΙΣΙΟ ΘΕΜΑΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ

Ο νόμος βάσει του νόμου περί διαιτησίας και συμβιβασμού της Ινδίας του 1996 κατέχει ουσιαστικό ρόλο στον ορισμό της έννοιας του «δικαστηρίου» σύμφωνα με Ενότητα 2(1)(ε) όπου η αναφερόμενη διάταξη δηλώνει τον ίδιο τον σκοπό του Κύριου Πολιτικού Δικαστηρίου που λειτουργεί σε μια συγκεκριμένη περιφέρεια που ασκεί αρχική πολιτική δικαιοδοσία και θεωρείται ότι είναι αρμόδιο σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με το αντικείμενο της διαιτησίας. Εκτός από το ίδιο, αυτή η διάταξη προβλέπει επίσης ότι το Δικαστήριο είναι περιεκτικό ή ανώτατο δικαστήριο των αντίστοιχων κρατών, αλλά δεν περιλαμβάνει ένα συγκεκριμένο δικαστήριο που είναι κατώτερο από ένα δικαστήριο μικροδιαφορών ή ένα κύριο αστικό δικαστήριο.

Αυτός ο νόμος που προσδιορίζεται στον νόμο περί διαιτησίας προβλέπει ότι κάθε άτομο που θίγεται από μια συγκεκριμένη διαιτητική απόφαση ή σε περιπτώσεις όπου το άτομο θέλει να αμφισβητήσει την απόφαση ή σε συνθήκες όπου επιθυμεί να εκτελέσει την απόφαση μπορεί να ασκήσει διαιτησία αίτηση είτε στο Learned Civil Court είτε στο Hon’ble High Court, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 1908, που έχει επιβάλει τέτοιους κανόνες αρχικής πολιτικής δικαιοδοσίας.

Επομένως, κάθε συγκεκριμένο μέρος που αναφέρεται σε συμφωνία διαιτησίας μπορεί να υποβάλει τέτοια αίτηση διαιτησίας ζητώντας ή αμφισβητώντας την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • Είτε όπου ο εναγόμενος ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα είτε φαίνεται να διαμένει.
  • Όπου προκύπτει μέρος ή το σύνολο της αιτίας της δράσης.

Αν σκεφτεί κανείς τις βασικές αρχές του νόμου περί διαιτησίας, θα φρόντισε να αναφέρει την ουσία της διαιτητικής διαδικασίας που διέπεται από το Δημοτικό Δίκαιο της Έδρας Διαιτησίας, στο οποίο αξίζει να αναφερθεί το Άρθρο 2(1)(ε). , όπως έχει διευκρινιστεί προηγουμένως, έχει ορίσει το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία σχετικά με το «αντικείμενο της διαιτησίας». Ως εκ τούτου, ο νόμος αποδεικνύεται ότι απονέμει εποπτική δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήριο ή στα Κύρια Πολιτικά Δικαστήρια εντός των τοπικών ορίων της διαιτησίας. Θα ήταν σκόπιμο να λάβουμε υπόψη, την περίπτωση του BALCO v. Υπηρεσίες Kaiserόπου το Apex Court έριξε φως στην προαναφερθείσα αρχή και χρησιμοποίησε τη φράση, «αντικείμενο διαιτησίας».

ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ

Η καθαρή φύση μιας έγγραφης αναφοράς λαμβάνει υπόψη την επιβολή των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων που μπορούν να υποβληθούν είτε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου Άρθρο 32 του ινδικού Συντάγματος ή το Ανώτατο Δικαστήριο υπό Άρθρο 226 του ινδικού Συντάγματος.

Άρθρο 226 παράγραφος 1 του ινδικού Συντάγματος για παράδειγμα, εσωστρέφεται και υποστηρίζει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο στη δικαιοδοσία του οποίου βρίσκεται η κυβέρνηση, η αρχή ή το άτομο θα έχει τη δικαιοδοσία να εξετάσει την εν λόγω έγγραφη αίτηση, που απευθύνεται κατά του κατηγορουμένου, ανεξάρτητα από τον τόπο που σχετίζεται με την αιτία αγωγή, εφόσον συντρέχει πράγματι αιτία αγωγής για την κατάθεση της αναφερόμενης αίτησης.

Επί πλέον, Άρθρο 226 παράγραφος 2 του ινδικού Συντάγματος, προβλέπει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο εντός των τοπικών ορίων ή δικαιοδοσίας του οποίου φαίνεται ότι προκύπτει μέρος ή το σύνολο της αιτίας της αγωγής θα έχει τη δικαιοδοσία να εκδώσει την απαιτούμενη εντολή ή οδηγίες, προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση της θεμελιώδη δικαιώματα ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα σε σχέση με αυτά.

ΤΕΛΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Συνολικά, είναι εξαιρετικά σημαντικό να μελετηθεί και να γίνει μια κριτική κατανόηση της έννοιας της δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι η παρερμηνεία των σχετικών διατάξεων μπορεί να οδηγήσει σε έξοδα και σε χρονοβόρα διαδικασία σε υποθέσεις δικαστικών διαφορών. Επιπλέον, θα ήταν επιτακτική ανάγκη να σημειωθεί ότι σε περιπτώσεις, όπου υπάρχει απουσία δικαιοδοσίας, τέτοια δικαιοδοσία εντός του αντίστοιχου δικαστηρίου/φόρουμ/δικαστηρίου δεν μπορεί με κανένα τρόπο να δημιουργηθεί μέσω σύμβασης μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών.

Schreibe einen Kommentar